ήδυσμα

ήδυσμα
το приправа, пряность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ήδυσμα" в других словарях:

  • ἥδυσμα — relish neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήδυσμα — το (AM ἥδυσμα) [ηδύνω] καθετί που παρέχει γλυκύτητα, καθετί που κάνει το φαγητό νόστιμο, άρτυμα, καρύκευμα («παντοδαπά ἡδύσματα εἰς τὸ στόμα λαμβάνων», Ξεν.) μσν. αρχ. 1. καθετί που παρέχει ευχαρίστηση, τέρψη («οὐχ... ἡδύσματι χρῆται ἀλλ ὡς… …   Dictionary of Greek

  • ἥδυσμ' — ἥδυσμα , ἥδυσμα relish neut nom/voc/acc sg ἥδυσμαι , ἡδύνω season perf ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδυσμάτων — ἥδυσμα relish neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύσμασι — ἥδυσμα relish neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύσμασιν — ἥδυσμα relish neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύσματα — ἥδυσμα relish neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύσματι — ἥδυσμα relish neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡδύσματος — ἥδυσμα relish neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • HEDYSMA — apud Plin. l. 13. c. 1. Ratio faciendi (unguenta) duplex: sucus et corpus. Ille olei generibus fere constat, hoc odorum. Haec stymmata vocant, illa hedysmata: ex Graeco ἥδυσμα. Cornario est omne id, quo spislatum oleum suavi odore imbuebatur et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ἡδύσμαθ' — ἡδύσματα , ἥδυσμα relish neut nom/voc/acc pl ἡδύσματι , ἥδυσμα relish neut dat sg ἡδύσματε , ἥδυσμα relish neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»